Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, μαθητής 2ας Γυμνασίου, ασυναίσθητα έπιασε τον εαυτό του χωρίς να ξέρει κάποιο όργανο, εγκεφαλικά, να γράφει μελωδίες. Με τη φαντασία του αυθόρμητα άκουγε διάφορα όργανα χωρίς να συνειδητοποιεί αν αυτά ήταν έγχορδα ή πνευστά. Μόνο τα ρυθμικά όργανα Basso - Κιθάρα - Drums - Piano) του ήταν γνωστά, οικεία. Όλα αυτά ξεκίνησαν τον Οκτώβρη του ‘67 (αφού μέχρι τότε είχει
καταγράψει 125 τραγούδια-μελωδίες, τις οποίες επαναλάμβανε, μουρμουρίζοντας τις αδιάκοπα ωστε να μην τις ξεχνά) αποκτά μια απλή κιθάρα και πάνω σε 2-3 ακόρντα γράφει ποπ μελωδίες. Μέχρι το καλοκαίρι του ‘69 έχει καταγράψει στο αρχείο του 305 τίτλους. Έχει αποφασίσει όμως εδώ κι ένα χρόνο (‘68) να μάθει να γράφει και να διαβάζει μουσική. Έτσι το καλοκαίρι του ‘69 διαβάζει μόνος με επιμέλεια τη Βασική Θεωρία και μπαίνοντας στα αρχικά στάδια της Αρμονίας, πηγαίνει μυστικά σε σχολή μουσικής οπου και κάνει μαθήματα Αρμονίας και οργανογνωσίας. Η γρήγορη εξέλιξή του, η επιμέλεια και η φυσικότητα με την οποία “ρουφάει” τα μαθήματα αναγκάζουν το δάσκαλό του να έρθει σε επαφή με τους γονείς του οπότε και τους εξηγεί την αναντίρρητη έφεσή του στη μουσική (καλοκαίρι του ‘70). Το Σεπτέμβρη κάποιος συνθέτης του γνωρίζει την Κλέλια Τερζάκη. Θεωρεί ανεκτίμητη τη μουσική της παρέμβασή της σε μαθήματα ακουστικά - ρυθμικά, αρμονία. Μέσα σε 6-7 μήνες μαθαίνει να γράφει μουσική στο τραπέζι, χωρίς τη βοήθεια οργάνων. Έτσι τώρα, με τη βοήθειά της θα πάει στο Εθνικό Ωδείο με καθηγητή τον Λέων Ζώρα και τον χείμώνα του ‘71 θα πάρει το πτυχίο Ειδικής Αρμονίας.

Τον Οκτώβρη του ‘71 παρουσιάζεται για την θητεία του στο Ναυτικό. Πριν από αυτό θα συνεχίσει με υποτροφία τις σπουδές του στην Αντίστοιξη και την Ενορχήστρωση με καθηγητές τον κ. Μενέλαο Παλλάντιο και Κωνσταντίνο Κυδωνιάτη αντίστοιχα στο ωδείο Αθηνών. Έτσι με τρομερή επιμέλεια ενώ είναι ναύτης προχωράει αξιοποιώντας το χρόνο με πολύτιμες γνώσεις, γράφοντας στις εξετάσεις τα πρώτα γραπτά. Παράλληλα στην ορχήστρα του Ναυτικού κάνει τις ενορχηστρώσεις για την οκταμελή ορχήστρα, την οποία οργανώνει και εμμέσως κάνει πρακτική σε γνωστές μελωδίες της εποχής. Αυτή η εμπειρία και το γεγονός οτι εκμεταλλεύεται το διάστημα της 27μηνης θητείας του, θα αποβούν πάρα πολύ χρήσιμα. Τα Χριστούγεννα του ‘73 απολύεται έχοντας στο αρχείο του ένα τετράωρο μουσικό πρόγραμμα. Παράλληλα τον Ιούνη του ‘74 παίρνει τα πτυχία Αντίστοιξης & Ενορχήστρωσης, ενώ στέλνει 3 τραγούδια στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ένα από αυτά, το “ΗΡΘ’ Η ΒΡΟΧΗ” (με αριθμό αρχείου 367 και γραμμένο το 1970) περνά στα 20 τραγούδια, θα το τραγουδήσει η Ειρήνη Ραϊκου, την ενορχήστρωση θα κάνει ο ίδιος και την ορχήστρα θα διευθύνει ο Κώστας Καπνίσης. Είναι το πρώτο τραγούδι του που δισκογραφείται. Στο Φεστιβάλ, στις πρόβες ο έξαρχος της ορχήστρας σηκώνεται από το αναλόγιό του και ρωτά ποιός έκανει την ενορχήστρωση. Ο ιδιαίτερος ήχος δυτικός, ευρωπαϊκός (Paul Mauriat, Frank Prurcel) που την εποχή εκείνη αρέσει στον κόσμο, γίνονται κοινή γέφυρα και οι δισκογραφικές εταιρίες δείχνουν ενδιαφέρον για τον 24χρόνο, τον οποίο θέλουν να χρησιμοποιήσουν ως ενορχηστρωτή. Ο ήχος της ορχήστρας του γίνεται αναγνωρίσιμος σιγά-σιγά. Το καλοκαίρι του ‘75 στέλνει άλλο ένα δικό του τραγούδι στο Φεστιβάλ. Είναι το “ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ”, θα το τραγουδήσει η Ελπίδα, pop star της εποχής. Αυτή τη φορά το τραγούδι το ενορχηστώνει και διευθύνει ο ίδιος. Το τραγούδι δισκογραφείται στην εταιρεία Polygram 1ο στη Α’ πλευρά και πρώτο στην Β’ πλευρά είναι το “ΣΑΝ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ”. Το Σεπτέμβρη του ‘75 στο Φεστιβάλ το 2ο έρχεται πρώτο και το “ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ” μόλις 3ο. Αυτό τον στεναχωρεί και αποφασίζει να μην ξαναστείλει τραγούδι σε διαγωνισμό ξανά. Τον χειμώνα του ‘75-’76 ηχογραφεί δικά του τραγούδια σε δίσκους, καθώς επίσης κάνει ενορχηστρώσεις σε γνωστούς pop καλλιτέχνες. Είναι όμως την επόμενη χρονιά που το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι τον δικαιώνει με το πρώτο ειδικό βραβείο ενορχήστρωσης σε ένα τραγούδι που του πρότεινε ένας Σαλονικιός Συνθέτης ο Στέλιος Τσαμαδός με τον τίτλο “ΜΙΑ ΓΛΥΚΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ”. Η εμφάνισή του σαν μαέστρος και ο απόλυτα ιδιαίτερος ήχος του με 3 φλάουτα - marimba - έγχορδα και vocals γίνονται πλέον το κλειδί και συνείδηση, όχι μόνο στους μουσικούς κύκλους και στη δισκογραφία, αλλά και στο κοινό. Από ‘δω και πέρα συμμετέχει σχεδόν κάθε χρονιά στο Φεστιβάλ της Θεσσαλνίκης αλλά και σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Γνωστοί καλλιτέχνες του μοντέρνου και ελαφρού τραγουδιού (όχι του λαϊκού) ζητούν τις ενορχηστρώσεις του. Έτσι παίρνει μέρος στο Φεστιβάλ του Τόκιο, της Αυστρίας κ.α., καθώς εκείνη την εποχή τα φεστιβάλ τραγουδιού ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή. Το 1978 παίρνει για δεύτερη φορά το ειδικό βραβείο καλύτερης ενορχήστρωσης ανάμεσα από καταξιωμένους συναδέλφους. Του προτείνεται και η πρώτη νυκτερινή εργασία στο Music Hall “NOTOYPNO” (σημερινά “13 Φεγγάρια”). Παράλληλα δισκογραφεί και το καλοκαίρι του ‘78 γράφει τραγούδια και συνεργάζεται σε δίσκους με την Αλέκα Κανελλίδου, το Μανο Χατζιδάκη (Φεστιβάλ Κέρκυρας), τον Γιώργο Κοινούση, τη Μπέσσυ Αργυράκη, και τον Λάκη Τζιορντανέλλι. Είναι το ‘78 επίσης που ο Μάνος Χατζιδάκης του προτείνει να συνεργαστούν και να διευθύνει την 50μελή Ορχήστρα Ποικίλλης Μουσικής της Ε.Ρ.Τ. Σ’ αυτή την ορχήστρα μέχρι το 1990 θα ολοκληρώσει περί τις 300 ενορχηστρώσεις. Στη δισκογραφία θα συνεργαστεί σαν ενορχηστρωτής σε 30 δίσκους LP.

Τραγούδια του έχουν τραγουδήσει γνωστοί καλλιτέχνες της pop σκηνής: Αλέκα Κανελλίδου (Με Ξέχασες, Τραγουδάμε), Ελπίδα (Σε παρακαλώ, Πρέπει, Μόνο Μια Φορά κ.α.), Μπέσσυ Αργυράκη (Ατελείωτη Ζωή, Πες Μου Πού Θα Βρώ), Πασχάλης (Μια Καινούρια Αγάπη, Χρόνια...), Ειρήνη Ραϊκου (‘Ηρθ’ η Βροχή), Λάκης Τζιορντανέλλι (Μίλα Μου, Σάββατο κ.α.), Τέρρης Χρυσός (Γιατί, Ο,τι Θέλει η Καρδιά Μου), Άννα Βίσση (Οτοστόπ), Μαρρίστα (Τρέχει ο Χρόνος, Μποέμ Ζωή κ.α.). Πολλοί τραγουδιστές έχουν συνεργαστεί μαζί του, Τσανακλίδου, Καλογιάννης, Μητσιάς, Χάρρυ Κλυνν, Κοινούσης, Νικολάου, Φιλ. Νικολάου, Γιάννη Βογιατζή κ.α. Το 1979-80 αναλαμβάνει την επιμέλεια στον καλύτερο χώρο της εποχής, όπως λέει τα “ΝΕΑ ΔΕΙΛΙΝΑ”. Είναι εκείνη τη χρονιά που το τραγούδι του μέσα από περίπου 400 τραγούδια προκρίνεται στον 76ο διαγωνισμό της Ε.Ρ.Τ. (12 συνολικά) και το τραγουδά η Άννα Βίσση. Τελικά στον εσωτερικό διαγωνισμό βγαίνει πρώτο και εκπροσωπεί την Ελλάδα στο φεστιβάλ της EUROVISION. Ο ίδιος διευθύνει την 80μελή ορχήστρα στη Χάγη της Ολλανδίας. Το τραγούδι μεταφράζεται στα Γερμανικά και θα το τραγουδήσει η Βένκε Μύρρε (Wenke Myhre) και θα το συμπεριλάβει στον προσωπικό της δίσκο “LEBEN”. Το καλοκαίρι του ‘80 παίρνει μέρος στο φεστιβάλ “Rose d’ or” που γίνεται στο Καλλιμάρμαρο. Το τραγούδι του “TU T’EN VAS” τραγουδιέται και ενορχηστρώνεται αναιμικά από το Γάλλο ενορχηστρωτή...

Το χειμώνα του ‘81 αποφασίζει να πάει στην Αμερική. Γράφει καινούργια αγγλόφωνα τραγούδια και τον Οκτώβρη πάει στη Ν. Υόρκη. Συνεργάζεται με 2 εταιρίες παραγωγής μέχρι τον Αύγουστο του ‘83, γυρίζοντας τον Απρίλη του ‘82 και ξαναφεύγοντας πάλι. Το ενδιαφέρον της συνεργασίας του εξανεμίζεται στο γεγονός ότι δεν πληρώνουν πλέον την πολύμηνη εγκατάστασή του εκεί και έτσι επιστρέφει στη Ελλάδα. Γυρίζοντας συνεργάζεται εκ νέου με την Ορχήστρα Ποικίλλης Μουσικής της Ε.Ρ.Τ. σαν Μαέστρος καθώς και με δισκογραφικές εταιρίες και ειδικότερα την “ΛΥΡΑ”. Είναι τότε, το ‘84 που κάνει τους ιδιαίτερους δίσκους “Ο ΑΞΙΟΤΙΜΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΙΔΗΣ”, “ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΤΙΝΙΑ” με την Μαργαρίτα Ζορμπαλά καθώς και την επιτυχημένη “ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΔΙΔΡΟΜΗ” της Αφροδίτης Μάνου, “ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ” με τον παλιό τραγουδιστή Μ. Αντωνίου και άλλους. Συνεργάζεται με το Διονύση Σαββόπουλο (Αχαρνές), παράλληλα γράφει μουσική στα Θεατρικά έργα “GEORGE DANTIN”, “ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΔΥΟ ΑΦΕΝΤΑΔΩΝ”, “ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΟΥΟΡΡΕΝ” καθώς και στο τηλεοπτικό παιδικό έργο “ΑΝΝΥ”. Συνεργάζεται με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης μέχρι το 1997. Το 1990 κάνει 3 δίσκους ακόμη με Γιώργο Μαργαρίτη (“ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΟΥ”), με Γιάννη Βογιατζή - Τάκη Αντωνιάδη - Μπέσσυ Αργυράκη “ΣΠΑΓΓΕΤΙ ΑΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ” και με Γιάννη Πουλόπουλο στα τραγούδια του “Κορώνα Γράμματα” και “Δηλαδή”. Σε διαγωνισμό εμβατηρίων το 1992, κατόπιν παραίνεσης δημοσιογράφου, γράφει τρία εμβατήρια (Ναυτικού, Στρατού και Αεροπορίας). Ανάμεσα από 185 που εστάλησαν (κυρίως από στρατιωτικούς μουσικούς), τα τρία αυτά εμβατήρια βρίσκονται μέσα στη δωδεκάδα ενώ αυτό της Αεροπορίας “ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΕΡΟΠΟΡΟΙ” έρχεται 2ο από τα 3 που θα βραβευθούν σε ειδική τελετή. Όταν διερωτώνται (ποιοί?) τους απαντά ότι στην εικοσιεπτάμηνη θητεία του στο Ναυτικό, έπαιζε τρομπέτα στην Μπαντα. Το εμβατήριο εξακολουθεί να παίζεται μεχρι και σήμερα από τις Μπάντες της Αεροπορίας. Έχει συνεργαστεί κάνοντας μουσικές επιμέλειες και ενορχηστρώσεις σε γνωστά κέντρα Αθήνας και Θεσσαλονίκης οπως ΝΟΤΟΥΡΝΟ, ΝΕΑ ΔΕΙΛΙΝΑ, ΑΘΗΝΑΙΑ, ΤΑΒΟΟ, ΡΟΔΟΛΦΟ, PALAIS ROYAL, LA PLAYA, BELLE HELLENE καθώς και DIVUS (για 2 χρονιές) και ΑΒΑΝΤΑΖ (Θεσσαλονίκη).

Την περίοδο 1998-2000 δημιουργεί ένα χώρο δικό του, τη “ΜΕΤΑΒΑΣΗ”. Ο σεισμός της 9ης Σεπτεμβρίου του 1999 λειτουργεί καθοριστικά, ώστε το Μάρτη του 2000 παίρει την απόφαση να τον αφήσει. Το 2002 σταματάει να παρέχει υπηρεσίες ενορχηστρωτή σε καλλιτέχνες. Τον έχει κουράσει ίσως το να λειτουργεί ως ηχοδιακοσμητής σε τραγούδια άλλων.

Μέχρι τότε αν και έχει γράψει πάνω από 1200 μελωδίες, αλλά και στίχους για τις περισσότερες από αυτές, μόνο 50 έχουν δισκογραφηθεί. Έχει απογοητευθεί δε με καταξιωμένους και σπουδαίους τραγουδιστές για την ερμηνεία-ξεπέτα σε τραγούδια του. Αποφασίζει να μην ξαναδώσει τραγούδια γραμμένα για αντρικές φωνές. Ξαναθυμάται τον αείμνηστο Πατσιφά της Λύρα και τον Ιταλό Μπινότι της ΕΜΙ, ο οποίος με την παραίνεση του νεαρού τότε παραγωγού Ιερωνυμίδη του είχε προτείνει να τραγουδήσει ο ίδιος τα τραγούδια του: “Είχα αρνηθεί τότε... δέν μπορείς να διευθύνεις ορχήστρα και να τραγουδάς συγχρόνως. Η εποχή όμως των computers και των samplers (τα οποία και χρησιμοποιώ σήμερα, πιστεύω με σύνεση, γνωρίζοντας από την εμπειρία μου την φυσική ορχήστρα) μας πέταξε έξω -δεν μας χρειάζονται πια, τα φεστιβάλ, η δισκογραφία, κανείς. Δείτε το πιό λαμπρό στοιχείο της Eurovision την ορχήστρα, που έχει αντικατασταθεί με playback, ενώ το επάγγελμα του ενορχηστρωτή-μαέστρου στη μοντέρνα (pop) μουσική δεν υπάρχει πλέον.”

Η ιδέα ενός προσωπικού “home studio” ξεκινάει από το 2002. Γράφει 12-15 ορχηστρικά θέματα, ένα παιδικό θεατρικό έργο musical για το Εθνικό Θέατρο. Ήταν να παιχθεί κατόπιν παραίνεσης του ακαδημαϊκού Κ. Κορρέ και της κας Τσάτσου, τότε καλλιτεχνικής διευθύντριας του Εθνικού Θεάτρου, ακυρώθηκε όμως όταν τη διεύθυνση ανέλαβε ο Κ. Κούρκουλος... Έτσι άρχισε να πειραματίζεται στον προσωπικό του χώρο με δικούς του στίχους και μουσική και ερμηνεύοντας ο ίδιος. “Έβγαινε ψυχή, πολλοί τραγουδισταί απλά τραγουδούν, η ψυχή και η ερμηνεία, η ζεστασιά έιναι άλλο πράγμα. Με συγκινούν οι συνθέται που τραγουδούν και παίζουν ταυτόχρονα στο πιάνο ή την κιθάρα.”

Σιγά-σιγά βλέποντας ότι ο προσωπικός τρόπος που ερμηνεύει αρέσει, συνηθίζει την ηχοχροιά της φωνής του στα τραγούδια (μελωδίες-στίχους) και αυθόρμητα γράφονται πάρα πολλά τραγούδια από το 2004 κει μετά. Από αυτά, το 2009 καταλήγει σε 22 τραγούδια και τέλος σε 15 για τα οποία ηχογραφεί φωνητικά, piano, keyboards, κιθάρα και με τη βοήθεια 2 κοριτσιών - χορωδών - μουσικών (κρουστά - σαξόφωνο - τρομπέτα και solo ηλεκτρικής κιθάρας). Τα ολοκληρώνει στο χώρο του και τα μεταφέρει για Remix το Μάη του 2010 σε top studio της Αθήνας. Η παραγωγή του αυτή ολοκληρώνεται στο τέλος του Ιούνη 2010, ευελπιστώντας οτι σε εύλογο χρόνο θα προτείνει στην αγορά τον πρώτο προσωπικό του δίσκο, ύστερα από τόσα χρόνια! “Δεν αποθαρρύνομαι, κάθε τραγούδι που γράφω, πάντα με πάθος, είναι το πρώτο μου. Δεν θεωρώ εαυτόν τραγουδιστή, απλώς ερμηνεύω τα τραγούδια μου όπως τα ακούω όταν γεννιούνται. Με ρωτούν τι στυλ είναι, εντάξει δεν έχουν μπουζούκι άρα δεν είναι λαϊκά με την έννοια που έχουν δώσει στον κόσμο να εννοεί τι είναι το λαϊκό. Όμως λαϊκά τραγούδια δεν γράφονται σήμερα, υπάρχει αυτό το λαϊκοπόπ συνοθύλευμα, τα διμηνίτικα τραγούδια που δεν θ’ αφήσουν ιστορία όπως τα καλά λαϊκά του ‘60 - ‘70. Φοβάμαι ότι δεν θα μείνει τίποτα από αυτά στη ιστορία. Θέλω να γράψω τραγούδια διαχρονικά και να μην ντρέπομαι ύστερα από 5 - 10 χρόνια. Αν κάποιος ακούσει τη δουλειά που πρόκειται να βγεί σύντομα, το 2011, θα ακούσει τραγούδιαμε στοιχεία Μπλούζ - Λάτιν - Μπαλλάντες - Pop - Jazz χωρίς να τον ενοχλεί τίποτα, πιστεύω χωρίς να δώσει ετικέττα, λέγοντας ότι είναι τραγούδια προσαρμοσμένα στο ξεχωριστό τους ύφος ανάλογα με το στίχο. Πώς, για παράδειγμα, θα μπορούσε ένα τραγούδι που μιλάει για μία πρώην θεατρίνα από το Ρίο και τη ζωή της να μην έχει ένα χρώμα latin “a la Brazil”; ή ένα ερωτικό, θλιμμένο, τραγούδι να μην είναι μπλού (blues); Το κοινωνικό - ερωτικό ύφος που βγαίνει από στίχους, τις περισσότερες φορές βιωματικούς, καθορίζει και την ιδιαιτερότητά της “δύσκολης, ιδιαίτερης, αντιεμπορικής μελωδίας” που μου προσάπτουν. Αυτό μου “κοπανάγανε” από την αρχή της καριέρας μου: “Γράφεις δύσκολα, δύσκολες μελωδίες” μου έλεγαν. Ναι, η μουσική, με αυτοδιάθεση να είναι τραγούδια, όχι τραγουδάκια του διμήνου, έχει ρίζες από τα 60’s μέχρι σήμερα. Ο “ξύλινος” ήχος της ενορχήστρωσης συνδυασμένος με ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες, ηλεκτρονικό και ακουστικό πιάνο, φωνητικά, αρμόνίες έξι-επτά-οκταφωνικές, δεν συνηγορεί με την έκφραση του εύκολου. Δεν το κάνω γιατι θέλω να το κάνω δύσκολο, έτσι μου βγαίνει, έτσι μου αρέσει, έτσι αισθάνομαι τη γεύση της μουσικής. Η μουσική μου ειναι Αρμονικό-Αντιστικτική και αυτο στην εποχή του εγχώριου απλοϊκού είναι δύσκολο. Στο εξωτερικό η μουσική που γράφω, συγνώμη, θεωρείται αυτονόητη, απλή, βατή, με συναίσθημα και πλούτο ηχοχρωμάτων. Αυτό γινόταν παλιά και στην Ελλάδα από το ‘50 έως το ‘80. Εκεί άρχισαν να χαλάνε τα πράγματα, οι Πολιτικοί βοήθησαν στην απλοϊκότητα αυτή, δικό τους έργο είναι.

Βασικά, θέλω να κάνω αυτό που νιώθω, χωρίς μιζέριες ψευτοεμπορικού, προτείνοντας αυτό που είμαι και νιώθω, το θεωρώ τίμιο και αισθάνομαι υπαρήφανος γράφοντας ακατάπαυστα τόσα χρόνια, που δεν ανήκω και δεν θέλω να είμαι ο εμπορικός συνθέτης του διμήνου!”